Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

无记名投票
Fahrgemeinschaft

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. ˈcar·pool ΟΥΣ

carpool
Fahrgemeinschaft θηλ <-, -en>

II. ˈcar·pool ΡΉΜΑ αμετάβ

carpool
carpool
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
to carpool αμερικ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

car pool, carpool

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
carpool participant
carpool user
Present
Icarpool
youcarpool
he/she/itcarpools
wecarpool
youcarpool
theycarpool
Past
Icarpooled
youcarpooled
he/she/itcarpooled
wecarpooled
youcarpooled
theycarpooled
Present Perfect
Ihavecarpooled
youhavecarpooled
he/she/ithascarpooled
wehavecarpooled
youhavecarpooled
theyhavecarpooled
Past Perfect
Ihadcarpooled
youhadcarpooled
he/she/ithadcarpooled
wehadcarpooled
youhadcarpooled
theyhadcarpooled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

During peak traffic hours, carpool vehicles carrying two or more people or motorcycles pay a discounted toll of $2.50.
en.wikipedia.org
Telematics technology is allowing more and more people to share cars, on a pay-as-you-go basis, through car share and carpool schemes.
en.wikipedia.org
Tolls will be waived for buses, carpools of at least three people, motorcycles, and emergency vehicles.
en.wikipedia.org
During peak traffic hours, carpool vehicles carrying three or more people or motorcycles pay a discounted toll of $2.50.
en.wikipedia.org
There is some use of high-occupancy vehicle (carpool) lanes, though it is not as pervasive as in other regions.
en.wikipedia.org