Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „εμφύτευμα“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

εμφύτευμα [ɛɱˈfitɛvma] SUBST ουδ ΙΑΤΡ

εμφύτευμα
Implantat ουδ
μεταλλικό εμφύτευμα

Παραδειγματικές φράσεις με εμφύτευμα

μεταλλικό εμφύτευμα

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский