Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „βουρτσίζω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

βουρτσί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [vurˈtsizɔ] VERB μεταβ

1. βουρτσίζω (επεξεργάζομαι με βούρτσα):

βουρτσίζω

2. βουρτσίζω (αφαιρώ με βούρτσα):

βουρτσίζω

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский