Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για ασυμπιεστότητα στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ασυμπιεστότητα [asimbiɛsˈtɔtita] SUBST θηλ

ασυμπιεστότητα

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский