Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „απαγκιστρώνω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

απαγκιστρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [apaɲɟisˈtrɔnɔ] VERB μεταβ

1. απαγκιστρώνω:

απαγκιστρώνω

2. απαγκιστρώνω μτφ:

απαγκιστρώνω

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский