Αγγλικά » Σλοβενικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: presentiment , presenter , presence , present tense , president , preserved , preserve , present-day , presentable και presently

pre·sen·ti·ment [prɪˈzentɪmənt] ΟΥΣ form

pres·ence [ˈprezən(t)s] ΟΥΣ

2. presence επιβεβαιωτ (dignified bearing):

drža θηλ
nastop αρσ

3. presence (supernatural):

navzočnost θηλ

pre·sent·er [prɪˈzentəʳ] ΟΥΣ βρετ αυστραλ

presenter ΡΑΔΙΟΦ, TV
moderator(ka) αρσ (θηλ)
presenter ΡΑΔΙΟΦ, TV
povezovalec(povezovalka) αρσ (θηλ)

pres·ent ˈtense ΟΥΣ ΓΛΩΣΣ

pres·ent·ly [ˈprezəntli] ΕΠΊΡΡ

1. presently (soon):

2. presently (now):

presently esp βρετ αυστραλ

pre·sent·able [prɪˈzentəbl̩] ΕΠΊΘ

I . pre·serve [prɪˈzɜ:v] ΡΉΜΑ μεταβ

3. preserve (protect):

varovati [στιγμ zavarovati]

II . pre·serve [prɪˈzɜ:v] ΟΥΣ

3. preserve esp αμερικ (reserve):

rezervat αρσ

pre·served [prɪˈzɜ:vd] ΕΠΊΘ

1. preserved (maintained):

presi·dent [ˈprezɪdənt] ΟΥΣ

1. president (head of state):

predsednik(predsednica) αρσ (θηλ)

2. president (head):

predsednik(predsednica) αρσ (θηλ)
direktor(ica) αρσ (θηλ)

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina