Αγγλικά » Σλοβενικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: inventory , invention , inventor , adventurer , adventure , invent , investor , inverter , investment και inventive

in·ven·tor [ɪnˈventəʳ] ΟΥΣ

izumitelj(ica) αρσ (θηλ)
iznajditelj(ica) αρσ (θηλ)

in·ven·tion [ɪnˈven(t)ʃən] ΟΥΣ

1. invention (creation):

iznajdba θηλ
izum αρσ

2. invention no πλ (creativity):

iznajdljivost θηλ
kreativnost θηλ
domiselnost θηλ

3. invention usu μειωτ (fabrication):

izmišljotina θηλ
laž θηλ

in·ven·tory [ˈɪnvəntri] ΟΥΣ

1. inventory ΟΙΚΟΝ (catalogue):

inventar αρσ
seznam αρσ

2. inventory αμερικ ΟΙΚΟΝ (stock):

zaloga θηλ

3. inventory ΟΙΚΟΝ (stock counting):

popis αρσ
inventura θηλ

I . in·vest·ment [ɪnˈves(t)mənt] ΟΥΣ

1. investment (act of investing):

2. investment ΧΡΗΜΑΤΟΠ (instance of investing):

naložba θηλ
investicija θηλ

3. investment ΧΡΗΜΑΤΟΠ (share):

investicija θηλ

II . in·vest·ment [ɪnˈves(t)mənt] ΕΠΊΘ

in·ves·tor [ɪnˈvestəʳ] ΟΥΣ

vlagatelj(ica) αρσ (θηλ)
investitor(ka) αρσ (θηλ)
naložbenik(naložbenica) αρσ (θηλ)

in·vent [ɪnˈvent] ΡΉΜΑ μεταβ

1. invent (create):

izumljati [στιγμ izumiti]

2. invent usu μειωτ (fabricate):

izmišljati si [στιγμ izmisliti si]

II . ad·ven·ture [ədˈventʃəʳ] ΡΉΜΑ μεταβ

III . ad·ven·ture [ədˈventʃəʳ] ΡΉΜΑ αμετάβ

ad·ven·tur·er [ədˈventʃərəʳ] ΟΥΣ

1. adventurer (risk-taker):

pustolovec(pustolovka) αρσ (θηλ)
avanturist(ka) αρσ (θηλ)

2. adventurer ΟΙΚΟΝ:

špekulant(ka) αρσ (θηλ)

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский | Slovenščina