Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Vordringen
tenso, -a
ιταλικά
ιταλικά
ισπανικά
ισπανικά

I. teso ΕΠΊΘ tesa

1. teso:

teso
tenso, -a a. fig

2. teso (disteso):

teso

II. teso ΡΉΜΑ pp

teso → tendere

I. tendere ΡΉΜΑ trans

1. tendere:

2. tendere (mano):

ιδιωτισμοί:

II. tendere ΡΉΜΑ intr

tender [a…|a…]

I. tendere ΡΉΜΑ trans

1. tendere:

2. tendere (mano):

ιδιωτισμοί:

II. tendere ΡΉΜΑ intr

tender [a…|a…]
ισπανικά
ισπανικά
ιταλικά
ιταλικά
teso, -a fig
teso, -a fig

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Un atto del giudizio, teso a separare, nel campo degli alimenti ciò ch’è buono da ciò che buono non è”.
it.wikipedia.org
Il lavoro di recupero è stato teso a restituire la casa del pittore alla sua forma originale e a ripristinare l’impianto della barchessa.
it.wikipedia.org
Tutto ciò nel caso di sezione ad armatura semplice, ovvero con armatura disposta solo nella zona tesa della sezione.
it.wikipedia.org
Nel 1933 la situazione nelle campagne era tesissima, e peggiorava molto rapidamente.
it.wikipedia.org
I due riaccendono il loro rapporto precedentemente teso.
it.wikipedia.org