Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dellocculto
worry

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

inquietudine [inkwjeˈtudine] ΟΥΣ θηλ

1. inquietudine (irrequietezza):

inquietudine
inquietudine
inquietudine
apprendere con inquietudine che

2. inquietudine (preoccupazione):

inquietudine
worry uncountable
inquietudine
unease uncountable
inquietudine
destare inquietudine, essere causa di inquietudine
ingenerare confusione, inquietudine
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
inquietudine θηλ
inquietudine θηλ
inquietudine θηλ
inquietudine θηλ
inquietudine θηλ
inquietudine θηλ
con aria preoccupata, con inquietudine
inquietudine θηλ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

inquietudine [iŋ·kui·e·ˈtu:·di·ne] ΟΥΣ θηλ (stato d'animo)

inquietudine
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
inquietudine θηλ
inquietudine θηλ
inquietudine riguardo a qc
con crescente inquietudine

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Sullo sfondo la rievocazione storica, dagli anni del felice dopoguerra sino ai nostri giorni, alle inquietudini dell'11 settembre e quindi del terrorismo.
it.wikipedia.org
Una rara forza espressiva contraddistingue i suoi versi nei quali si può comprendere l'idea di inquietudine e la voglia di scoperta del poeta moderno.
it.wikipedia.org
Da ciò trasse origine l'inquietudine che caratterizzò più di una volta nei secoli passati i rapporti tra i monaci ed i propri vassalli.
it.wikipedia.org
Ciò ha suscitato inquietudini da parte di tante organizzazioni ambientaliste locali ed internazionali.
it.wikipedia.org
Ma in questo romanzo sono soprattutto le donne a farsi depositarie e allo stesso tempo veicoli dell'inquietudine che assedia i protagonisti.
it.wikipedia.org