Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

складку
indiscriminate

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

indiscriminato [indiskrimiˈnato] ΕΠΊΘ

indiscriminato
indiscriminato critica
indiscriminato attacco, violenza, uccisioni
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
che non discrimina, indiscriminato
scattershot μτφ criticism
indiscriminato
unlawful violence, killing
indiscriminato
indiscriminato, generalizzato, confuso
wholesale attack
indiscriminato
generalizzato or indiscriminato

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

indiscriminato (-a) [in·dis·kri·mi·ˈna:·to] ΕΠΊΘ (uso, aumento)

indiscriminato (-a)
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
indiscriminato, -a

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Le uccisioni indiscriminate si sono susseguite per anni senza essere identificabili.
it.wikipedia.org
La pratica di apporre la virgola in modo indiscriminato, evidentemente, rende impossibile distinguere tra le due interpretazioni e crea ambiguità.
it.wikipedia.org
Ha avuto un atteggiamento critico verso l'uso indiscriminato degli psicofarmaci.
it.wikipedia.org
Altri studiosi hanno tuttavia rimarcato il rischio di conflitto a cui possa portare un uso indiscriminato del pettegolezzo.
it.wikipedia.org
I bisessuali possono essere caratterizzati come "prostituti", "facili", indiscriminati e affetti da ipersessualità.
it.wikipedia.org

Αναζήτηση "indiscriminato" σε άλλες γλώσσες