Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

freiwilliger
Bénévole

Freiwillige(r) [-vɪlɪgɐ] ΟΥΣ θηλ(αρσ) κλιν τύπος wie επίθ

Freiwillige(r) a. ΣΤΡΑΤ:

volontaire αρσ θηλ

ιδιωτισμοί:

Freiwilligee vor! ΣΤΡΑΤ
y a-t-il des volontaires ? μτφ

I. freiwillig ΕΠΊΘ

1. freiwillig:

freiwillig Dienst, Helfer, Einsatz
freiwillig Angebot

2. freiwillig (freigestellt):

freiwillig Versicherung, Teilnahme

II. freiwillig ΕΠΊΡΡ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dort verrichtete er Dienst als Freiwilliger im kaiserlichen Heer.
de.wikipedia.org
Die Freiwilligen übernehmen auch die Jugendarbeit, da bei der Berufsfeuerwehr für Jugendliche zwischen 10 und 21 keine Einsatzmöglichkeit besteht.
de.wikipedia.org
Teile des Freiwilligen-Infanterieregiments 21, 120 Mann und sechs Offiziere, unter ihnen Ramshorn, folgten dem Regiment.
de.wikipedia.org
Es gibt noch ein in Auflösung befindliches Feuerwehrhaus des ehemaligen Löschzugs der Freiwilligen Feuerwehr und das Bürgerzentrum.
de.wikipedia.org
Am Rathausplatz befindet sich außerdem das Feuerwehrhaus der Freiwilligen Feuerwehr des Stadtteils.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "Freiwilliger" σε άλλες γλώσσες