Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

halbmond
creditor

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Kre·dit·ge·ber(in) <-s, -; -, -nen> ΟΥΣ αρσ(θηλ)

Kreditgeber(in)
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Kreditgeber(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
donor ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Geld- und Kreditgeber(in) αρσ (θηλ)
Kreditgeber(in) αρσ (θηλ) der letzten Instanz <-s, -; -, -nen>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Kreditgeber ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Kreditgeber

Geld- und Kreditgeber ΟΥΣ αρσ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Geld- und Kreditgeber
Geld- und Kreditgeber
Geld- und Kreditgeber

Kreditgeber zu Marktbedingungen phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Kreditgeber zu Marktbedingungen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Kreditgeber zu Marktbedingungen αρσ
Geld- und Kreditgeber αρσ
Geld- und Kreditgeber αρσ
Geld- und Kreditgeber αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Kreditgeber(in) αρσ (θηλ) der letzten Instanz <-s, -; -, -nen>

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die dafür notwendigen Sicherheiten und Sonderrechte, die es den Kreditgebern einräumen musste, machte es abhängig vom Westen.
de.wikipedia.org
Kreditgeber ist ein Konsortium aus vier thailändischen Banken.
de.wikipedia.org
Der Kreditnehmer wird hierbei vom Kreditgeber zu Zusicherungen verpflichtet, die darauf abzielen, die ursprüngliche Geschäftsgrundlage bei der Kreditzusage auch während der Kreditlaufzeit aufrechtzuerhalten.
de.wikipedia.org
Im Gegensatz zu vielen privaten Kreditgebern bot der Vorschussverein für diese Darlehen faire Bedingungen.
de.wikipedia.org
Nur durch Darlehen und Garantien der Vorstandsmitglieder sowie Vereinbarungen mit den Kreditgebern konnte der Betrieb überhaupt aufrechterhalten werden.
de.wikipedia.org