Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Überlebende
Einwohner

résident(e) [ʀezidɑ͂, ɑ͂t] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

1. résident (étranger):

les résidents allemands en France

2. résident ΙΣΤΟΡΊΑ:

Resident αρσ

3. résident (diplomate):

Gebietsansässige(r) θηλ(αρσ)

4. résident ΦΟΡΟΛ:

Gebietsansässige(r) θηλ(αρσ)
Steuerinländer(in) αρσ (θηλ) οικ

résident αρσ

Bewohner αρσ

non-résident(e) <non-résidents> [nɔ͂ʀezidɑ͂, ɑ͂t] ΟΥΣ αρσ(θηλ) ΝΟΜ

Gebietsfremde(r) θηλ(αρσ)
Nichtansässige(r) θηλ(αρσ)
Καταχώριση OpenDict

carte de résident ΟΥΣ

carte de résident (titre de séjour) θηλ ΠΟΛΙΤ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

À partir du XVII siècle, cette région est le théâtre d'un important commerce des fourrures et de l'évangélisation des résidents.
fr.wikipedia.org
Les 172 livres restantes sont réparties entre 41 résidents, 9 successions (biens non encore répartis entre héritiers) et 23 petits propriétaires domiciliés ailleurs.
fr.wikipedia.org
Les autres résidents de l'hôtel sont vus par intermittence tout au long de la vidéo, réalisant chacun des choses excentriques.
fr.wikipedia.org
Lorsqu’après de multiples tentatives des résidents ne peuvent être joints par le bureau du recensement, celui-ci attribue une valeur aux valeurs manquantes par imputation.
fr.wikipedia.org
Après la guerre, la villégiature se développe et apporte son lot de nouveaux résidents.
fr.wikipedia.org