Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
circulatoire [siʀkylatwaʀ] ΕΠΊΘ ΦΥΣΙΟΛ
- circulatoire accident, troubles
- circulation προσδιορ
- circulatoire appareil, système
- circulatory ειδικ ορολ
- l'appareil digestif/circulatoire/respiratoire/phonateur
-
-
- circulatoire
-
- appareil αρσ circulatoire
στο λεξικό PONS
circulatoire [siʀkylatwaʀ] ΕΠΊΘ
- appareil circulatoire
-
- assistance circulatoire
-
-
- circulatoire
circulatoire [siʀkylatwaʀ] ΕΠΊΘ
- appareil circulatoire
-
- assistance circulatoire
-
-
- circulatoire
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- appareil circulatoire
- assistance circulatoire