Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lefficienza
nonno

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

grandfather [βρετ ˈɡran(d)fɑːðə, αμερικ ˈɡræn(d)ˌfɑðər] ΟΥΣ

grandfather
nonno αρσ

grandfather clause [αμερικ ˈɡræn(d)fɑðər ˈˌklɔz] ΟΥΣ αμερικ ΝΟΜ

grandfather clause

grandfather clock [βρετ, αμερικ ˈɡræn(d)fɑðər ˈˌklɑk] ΟΥΣ

grandfather clock
pendola θηλ
grandfather clock
grandfather clock
pendolo αρσ

great-grandfather [βρετ ɡreɪtˈɡranfɑːðə, αμερικ ɡreɪtˈɡræn(d)ˌfɑðər] ΟΥΣ

great-grandfather
bisnonno αρσ

great-great grandfather [ˌɡreɪtˌɡreɪtˈɡrænfɑːðə(r)] ΟΥΣ

great-great grandfather
trisavolo αρσ
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
great-great grandfather
great-great grandfather
great-grandfather
grandfather clock
great grandfather

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

grandfather ΟΥΣ

grandfather
nonno αρσ
paternal grandfather
nonno αρσ paterno
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
great-great-grandfather(great-great-grandmother) αρσ (θηλ)
avo (-a) (nonno/-a) αρσ θηλ λογοτεχνικό
grandfather/-mother
great-grandfather αρσ
great-grandfather(great-grandmother) αρσ (θηλ)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

paternal grandfather
nonno αρσ paterno

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

He has a grandfather who looks very similar to him (besides being older and having a mustache), who lives near the ocean.
en.wikipedia.org
His paternal grandfather was a schoolmaster, and his father was an accountant in the steel industry.
en.wikipedia.org
She then gets a stick and bow from her grandfather.
en.wikipedia.org
In addition, his status as grandfather was a point of incredulity, as well.
en.wikipedia.org
In 1880, his grandfather died, leaving an inheritance of $300.
en.wikipedia.org