Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Grecque
cereale

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. cereal [βρετ ˈsɪərɪəl, αμερικ ˈsɪriəl] ΟΥΣ

cereal
cereale αρσ
cereal (for breakfast)
cereali αρσ πλ

II. cereal [βρετ ˈsɪərɪəl, αμερικ ˈsɪriəl] ΕΠΊΘ

cereal harvest, imports
cereal crop, production

cereal grower [ˈsɪərɪəlˌɡrəʊə(r)] ΟΥΣ

cereal grower

breakfast cereal ΟΥΣ U and C

breakfast cereal

cereal growing [ˈsɪərɪəlˌɡrəʊɪŋ] ΟΥΣ

cereal growing
fortified with vitamins cereal etc.
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
cereal
cereal growing
cereal farming
cerealicoltore (cerealicoltrice)
cereal grower
cerealicoltore (cerealicoltrice)
cereal farmer
cereal
cereal uncountable
(breakfast) cereal
a breakfast of cereal
cereal

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. cereal [ˈsɪ·ri·əl] ΟΥΣ

1. cereal (cultivated grass):

cereal
cereale αρσ

2. cereal (breakfast food):

cereal
cereali αρσ pl

II. cereal [ˈsɪ·ri·əl] ΕΠΊΘ

cereal
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
cereal

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

In parallel to this, the area devoted to the exploitation of cereals decreased.
en.wikipedia.org
The economy is mostly based on cereals and forage production.
en.wikipedia.org
In 1944-45 a total of 4,066 dunums was allocated to the cultivation of cereals, while 16 dunums were irrigated or used for orchards.
en.wikipedia.org
These are shakes that are mixed with cereals to give them a crunchy texture.
en.wikipedia.org
These amphorae, essentially, served for the transport and storage of cereals, fruits, wine and olive oil.
en.wikipedia.org