Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

gewalt
flotante

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

buoyant [αμερικ ˈbɔɪənt, ˈbujənt, βρετ ˈbɔɪənt] ΕΠΊΘ

1. buoyant (able to float):

buoyant
buoyant

2. buoyant mood/spirits/person:

buoyant

3. buoyant:

buoyant currency
buoyant market
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
buoyant

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

buoyant [ˈbɔɪənt, αμερικ -jənt] ΕΠΊΘ

1. buoyant (able to float):

buoyant

2. buoyant (cheerful):

buoyant
to be in a buoyant mood

3. buoyant ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

a buoyant currency
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
buoyant
στο λεξικό PONS

buoyant [ˈbɔɪ·jənt] ΕΠΊΘ

1. buoyant (able to float):

buoyant

2. buoyant (cheerful):

buoyant
to be in a buoyant mood

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The removal (ditching or shedding) of diver weighting systems can be used to reduce the diver's weight and cause a buoyant ascent in an emergency.
en.wikipedia.org
Attached to its cotton, the seed is light and buoyant and can be transported long distances by wind and water.
en.wikipedia.org
And that, we might note, is the most attractive and buoyant thing in the film.
en.wikipedia.org
The explosive and detonating mechanism is contained in a buoyant metal or plastic shell.
en.wikipedia.org
Most creatures that exist here have flying power and are very buoyant.
en.wikipedia.org