Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

bekundende
Riser

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ris·er [ˈraɪzəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. riser (person):

Frühaufsteher(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
Spätaufsteher(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
Langschläfer(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>

2. riser ΑΡΧΙΤ:

riser of a step
Setzstufe θηλ ειδικ ορολ
riser of a step
Futterstufe θηλ ειδικ ορολ

3. riser αμερικ (platform):

risers pl
Tribüne θηλ <-, -n>

4. riser (pipe):

Steigrohr ουδ
Καταχώριση OpenDict

high-riser ΟΥΣ

Bonanzarad ουδ
Frühaufsteher(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
early riser [or χιουμ bird]

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Frühaufsteher(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
Spätaufsteher(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
Langschläfer(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
Frühaufsteher(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The pump provides water flow at a higher pressure to the sprinkler system risers and hose standpipes.
en.wikipedia.org
The marble stairs are visible through openings in the wooden risers.
en.wikipedia.org
Inappropriately high risers may actually increase fall risk.
en.wikipedia.org
Risers are designed to be as rigid as possible.
en.wikipedia.org
They are active during the day and are early risers.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "risers" σε άλλες γλώσσες