Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Leibwächtern
Waffenmeister

στο λεξικό PONS

ar·mour·er, αμερικ ar·mor·er [ˈɑ:mərəʳ, αμερικ ˈɑ:rmɚɚ] ΟΥΣ

armourer
armourer ΝΟΜ αργκ

ar·mor·er ΟΥΣ αμερικ

armorer → armourer

ar·mour·er, αμερικ ar·mor·er [ˈɑ:mərəʳ, αμερικ ˈɑ:rmɚɚ] ΟΥΣ

armourer
armourer ΝΟΜ αργκ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

armourer βρετ, armorer αμερικ [ˈɑːmərə] ΟΥΣ

armourer

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

There were also several glass factories and armourer shops in the town.
en.wikipedia.org
According to his biographer he was gold- and silversmith and an armourer who turned to minstrelsy.
en.wikipedia.org
One of the former 80 pounder emplacements was used as an observation post and one new emplacement was used as an armourer's store.
en.wikipedia.org
They also included competitions in strategy, singing, dancing and story-telling, along with crafts competitions for goldsmiths, jewellers, weavers and armourers.
en.wikipedia.org
He was renowned as being extremely skilled, and may be considered the most famous armourer of all time.
en.wikipedia.org