Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Navarra
germes

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

germ [βρετ dʒəːm, αμερικ dʒərm] ΟΥΣ

1. germ (microbe):

microbe αρσ
germe αρσ
to carry germs

2. germ (seed):

germ κυριολ, μτφ
germe αρσ

germ carrier ΟΥΣ

porteur/-euse αρσ/θηλ de germes or de microbes

germ cell ΟΥΣ

gamète αρσ

germ-killer ΟΥΣ

germ warfare ΟΥΣ

germ-free ΕΠΊΘ

harbour dirt, germs
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
germ cells πλ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

germ [dʒɜ:m, αμερικ dʒɜ:rm] ΟΥΣ

1. germ (embryo):

germ a. μτφ
germe αρσ

2. germ ΙΑΤΡ:

microbe αρσ

germ warfare ΟΥΣ

germ cell ΟΥΣ

gamète αρσ

germ-free ΕΠΊΘ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

germ [dʒɜrm] ΟΥΣ

1. germ (embryo):

germ a. μτφ
germe αρσ

2. germ ΙΑΤΡ:

microbe αρσ

wheat germ ΟΥΣ

germ cell ΟΥΣ

gamète αρσ

germ warfare ΟΥΣ

germ-free ΕΠΊΘ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

From the purity of his actions, the parts of his body became the germs of the various gems.
en.wikipedia.org
Gargling for 20 minutes with a spoonful of oil (a.k.a. oil pulling) can help clear up germs in the mouth, leading to fresher breath, whiter teeth, and healthier gums.
www.allure.com
Whichever germ was actualized by the conditions, the other germs would retire into inactivity.
en.wikipedia.org
The mixture produces hormones such as auxin (from yeast and filamentous fungus) gibberellins from red fungus and cytokines from germs and yeast.
en.wikipedia.org
His genial demeanor, promotion of family values, casual phobia of germs, and dislike of swearing belie his evil nature.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "germs" σε άλλες γλώσσες