Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „ναρκώνω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ναρκώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [narˈkɔnɔ] VERB μεταβ

1. ναρκώνω ΙΑΤΡ:

ναρκώνω

2. ναρκώνω (προκαλώ λήθαργο):

ναρκώνω

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский