Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „καλακούω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . καλακού|ω <-σα> [kalaˈkuɔ] VERB μεταβ

II . καλακού|ω <-σα> [kalaˈkuɔ] VERB αμετάβ (έχω καλή ακοή)

καλακούω

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский