Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „εμβρυϊκός“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

εμβρυϊκ|ός [ɛɱvriiˈkɔs], εμβρυακ|ός [ɛɱvriaˈkɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ

1. εμβρυϊκός ΒΙΟΛ:

εμβρυϊκός
embryonal, Embryonal-
Fetusprotein ουδ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский