Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „απολαύω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . απολαύ|ω <-σα> [apɔˈlavɔ] VERB μεταβ (έχω ωφέλεια)

II . απολαύ|ω <-σα> [apɔˈlavɔ] VERB αμετάβ (απολαμβάνω κάποιο αγαθό)

Παραδειγματικές φράσεις με απολαύω

απολαύω κάτι

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский