Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „έξαψη“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

έξαψ|η <-εις> [ˈɛksapsi] SUBST θηλ

έξαψη
Erregung θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский