Γερμανικά » Ελληνικά
Βλέπετε αποτελέσματα που γράφονται παρόμοια: harzig και haarig

harzig ΕΠΊΘ

2. harzig CH s. mühsam

Βλέπε και: mühsam

haarig [ˈhaːrɪç] ΕΠΊΘ

1. haarig (behaart):

2. haarig (Brust, Arm):

3. haarig οικ (heikel, unangenehm):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский