Γερμανικά » Αγγλικά

ge·lin·gen <gelingt, gelang, gelungen> [gəˈlɪŋən] ΡΉΜΑ αμετάβ +sein

Ge·lin·gen <-s> [gəˈlɪŋən] ΟΥΣ ουδ kein πλ τυπικ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski | Türkçe | 中文