Γερμανικά » Αγγλικά

I . tun [tu:n] ΡΉΜΑ trans

3. tun <tat, getan> (unternehmen):

5. tun <tat, getan> fam (legen o stecken):

9. tun <tat, getan> sl (Geschlechtsverkehr haben):

to do it [with sb] sl

Ιδιώματα:

III . tun [tu:n] ΡΉΜΑ intr

zu·lei·de tun, zu Lei·de tun [tsuˈlaidə] ΡΉΜΑ

I . weh|tun, weh tun ΡΉΜΑ trans irreg

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文