Γαλλικά » Γερμανικά

maman [mamɑ͂] ΟΥΣ f

2. maman (appellation):

Mama f

bonne-maman <bonnes-mamans> [bɔnmamɑ͂] ΟΥΣ f

grand-maman <grands-mamans> [gʀɑ͂mamɑ͂] ΟΥΣ f fam

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文