procession στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

Μεταφράσεις για procession στο λεξικό Αγγλικά»Ιταλικά (Μετάβαση προς Ιταλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
torchlight walk, procession
bridal car, procession, bed, chamber

Μεταφράσεις για procession στο λεξικό Ιταλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Ιταλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
procession
to go or walk in procession
Corpus Christi procession
procession
the procession of strikers
procession of cars, motorcade
to walk, march in procession
to form a procession
funeral procession
wedding or bridal procession
a procession of demonstrators
procession
carnival parade or procession
long procession

procession στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για procession στο λεξικό Αγγλικά»Ιταλικά (Μετάβαση προς Ιταλικά»Αγγλικά)

Μεταφράσεις για procession στο λεξικό Ιταλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Ιταλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
procession
procession
torchlight procession
procession

procession Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

funeral procession
to go in procession

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αγγλικά
In this register, the procession ends at the temple area.
en.wikipedia.org
When a procession of friars passes by, they join in the prayer.
en.wikipedia.org
Though it is the sound of a distant machine, the tones harmonize with the procession music.
en.wikipedia.org
It includes a procession through the church grounds and environs.
en.wikipedia.org
Designated helpers pour white wine on the sponges during the procession, supposedly to ward off infection.
en.wikipedia.org
The number of items has been estimated at 11 million, each person in the procession giving out 3,000 to 5,000 items a day.
en.wikipedia.org
The large number of mourners who followed the procession bore witness to the esteem in which the deceased gentleman was held.
en.wikipedia.org
These rites usually included a public procession to the tomb or pyre where the body was to be cremated.
en.wikipedia.org
The crosses were erected at the places where her funeral procession stopped overnight.
en.wikipedia.org
His death sparked protests across the city, and a large procession of union activists gathered at his cremation.
en.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski