pigliato στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

Μεταφράσεις για pigliato στο λεξικό Ιταλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Ιταλικά)

Βλέπε και: prendere

1. prendere persona, animale, pallone:

2. prendere ΣΤΡΑΤ:

3. prendere (utilizzare):

4. prendere oggetto, abiti, viveri, documento:

7. prendere (consumare):

8. prendere (scegliere):

to take a husband, a wife αρχαϊκ
to take sb to wife αρχαϊκ

10. prendere:

prendere gli ordini ΘΡΗΣΚ

13. prendere (acquisire):

16. prendere:

20. prendere (considerare):

26. prendere (in locuzioni):

II.prendere [ˈprɛndere] ΡΉΜΑ αμετάβ βοηθ ρήμα avere

2. prendersi:

prendere il largo ΝΑΥΣ
prendere il largo ΝΑΥΣ
to do a bunk βρετ
get stuffed βρετ
averlo preso in, nel culo χυδ, αργκ
to be fucked (up) χυδ, αργκ
averlo preso in, nel culo χυδ, αργκ
to be buggered βρετ χυδ, αργκ
Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
gli è pigliato un accidente οικ

Μεταφράσεις για pigliato στο λεξικό Αγγλικά»Ιταλικά (Μετάβαση προς Ιταλικά»Αγγλικά)

pigliato στο λεξικό PONS

pigliato Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

non sapere che -i prendere [o pigliare] μτφ οικ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski