Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „πνευματική“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)
πνευματική διαύγεια
πνευματική εργασία
geistige Arbeit θηλ
πνευματική ιδιοκτησία
πνευματική ελίτ
geistige Elite θηλ
πνευματική εγρήγορση
Wachheit θηλ
πνευματική εγρήγορση
Urheber(in) αρσ (θηλ)
πνευματική/ψυχική ασθένεια
Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „πνευματική“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά

(Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)
(πνευματική) σύγχυση θηλ
πνευματική διεργασία θηλ
πνευματική τροφή
πνευματική εργασία θηλ
πνευματική ιδιοκτησία
πνευματική ιδιοκτησία θηλ
πνευματική τροφή
πνευματική/ψυχική ασθένεια
πνευματική/νευρική υπερκόπωση
σωματική/πνευματική αναπηρία
η πνευματική αξία ενός βιβλίου
νόμος αρσ για την πνευματική ιδιοκτησία

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский