Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

March
dreariness

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

squallore [skwalˈlore] ΟΥΣ αρσ

1. squallore (degradazione, abbandono):

squallore
squallore
lo squallore della periferia

2. squallore (stato di miseria):

squallore
squallore
vivere nello squallore

3. squallore (meschinità):

squallore
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
squallore αρσ
squallore αρσ
squallore αρσ
squallore αρσ
squallore αρσ
squallore αρσ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

squallore [skual·ˈlo:·re] ΟΥΣ αρσ

1. squallore (di luogo):

squallore

2. squallore (miseria):

squallore
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
squallore αρσ
squallore, miseria

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Gli invitati, delusi dall'improvviso squallore del campo, se ne andarono ad uno ad uno.
it.wikipedia.org
Underwood ha modo di constatare lo squallore dell'appartamento in cui la ragazza vive, sostenendo che ha bisogno di un uomo attento alle sue necessità.
it.wikipedia.org
Il testo del brano narra la storia di due innamorati che riescono ad essere felici anche in mezzo allo squallore.
it.wikipedia.org
Tuttavia, dopo il loro matrimonio, la monotonia, lo stress prodotto dai bambini e lo squallore della loro casa incrinerà il loro rapporto.
it.wikipedia.org
Alla fine farà ritorno nello squallore dell'ospedale militare da cui era partito.
it.wikipedia.org