Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ärztin
Italic

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. italico <πλ italici, italiche> [iˈtaliko, tʃi, ke] ΕΠΊΘ

1. italico:

italico ΙΣΤΟΡΊΑ, ΓΛΩΣΣ

2. italico ΤΥΠΟΓΡ:

italico carattere

II. italico (italica) <πλ italici, italiche> [iˈtaliko, tʃi, ke] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

1. italico (persona):

italico (italica)
gli -ci ΙΣΤΟΡΊΑ

2. italico ΤΥΠΟΓΡ:

italico (italica)
in italico

3. italico ΓΛΩΣΣ:

italico (italica)
pioppo italico
carattere italico, carattere jolly Η/Υ
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
italico, corsivo
carattere corsivo or italico

στο λεξικό PONS

italico (-a) <-ci, -che> [i·ˈta:·li·ko] ΕΠΊΘ (popolo, regno)

italico (-a)
carattere italico ΤΥΠΟΓΡ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

carattere italico ΤΥΠΟΓΡ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Prima della spedizione italica, sembra che egli non riscoprì nessun honor.
it.wikipedia.org
Aggiunge poi che per mancanza di viveri, e di acqua soprattutto, la flotta greca tolse l'assedio alla costa italica.
it.wikipedia.org
La lingua ufficiale è l'italiano, nonostante abbia una certa diffusione il dialetto bresciano (idioma appartenente al ceppo delle lingue gallo-italiche).
it.wikipedia.org
Il testo è redatto in lingua umbra e in alfabeto latino e umbro (un alfabeto simile agli altri alfabeti italici).
it.wikipedia.org
Tutto ciò non ha carattere di eccezionalità e rientra nella normale consuetudine italica.
it.wikipedia.org