Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Riesenslalomfahrer
Inductive

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

induttivo [indutˈtivo] ΕΠΊΘ

1. induttivo procedimento, ragionamento:

2. induttivo ΗΛΕΚ:

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
inductive ΗΛΕΚ, ΦΥΣ

στο λεξικό PONS

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά

induttivo (-a) ΕΠΊΘ (procedimento, ragionamento)

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Questo metodo si basa molto sulla logica induttiva, cercando di dimostrare che le sue convinzioni cristiane siano le meglio adattate all'evidenza.
it.wikipedia.org
Fra le estensioni della programmazione logica sono la programmazione logica induttiva e la programmazione logica abduttiva.
it.wikipedia.org
La logica aristotelica infatti è solo deduttiva, una "logica induttiva" sarebbe per lui una contraddizione in termini.
it.wikipedia.org
Un'accortezza quando si misura una resistenza fortemente induttiva (tipo gli avvolgimenti di un trasformatore o di un motore) è quella di disinserire il voltmetro prima di togliere l'alimentazione.
it.wikipedia.org
Quella modellata dall'immaginazione bambinesca diventa "intuitiva, induttiva".
it.wikipedia.org

Αναζήτηση "induttiva" σε άλλες γλώσσες