Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

daérage
diligent

Oxford Spanish Dictionary

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

diligente ΕΠΊΘ

1. diligente (trabajador):

diligente
diligente
diligente

2. diligente λογοτεχνικό (rápido):

diligente
diligente
swift λογοτεχνικό
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
sedulous worker
diligente
sedulous student
diligente
diligente
industrious student
diligente
industrious efforts
diligente
demasiado diligente
assiduous student
diligente
diligent worker
diligente
diligent student
diligente

στο λεξικό PONS

ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

diligente ΕΠΊΘ

1. diligente (cuidadoso, aplicado):

diligente

2. diligente (ágil):

diligente
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
diligente
diligente
diligente
es diligente en su trabajo
στο λεξικό PONS
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά

diligente [di·li·ˈxen·te] ΕΠΊΘ (cuidadoso, aplicado)

diligente
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά
diligente
diligente

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Aunque creo firmemente que si nuestro gobierno hubiese sido diligente, consecuente con la predica, la constitución, con la nacionalidad.
planetaenpeligro.blogspot.com
Sarah siempre ha sido muy consciente, diligente, y creo que le gustaría ver un mundo mejor.
cyohueso.wordpress.com
Al pleitista, diligente; gracioso al entremetido; al hablador, entendido; y al insufrible, valiente.
www.trinity.edu
Sé, pues, más diligente de lo que eres.
www.evangeliodeldia.org
Planifica el proyecto de forma democrática pero muéstra te diligente con las decisiones acordadas.
blogs.salleurl.edu