Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Opéra
docking of wages
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Lohn·kür·zung <-, -en> ΟΥΣ θηλ meist πλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

pay [or wage] cut
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Lohnkürzungen pl
Lohnkürzung θηλ <-, -en>
Lohnkürzung θηλ <-, -en>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Grund dafür waren die nicht bewilligten Gelder, sowie der Beginn der Weltwirtschaftskrise, die neben Lohnkürzungen auch Versäumnisse in der Modernisierung mit sich brachte.
de.wikipedia.org
Die Maßnahmen beinhalteten unter anderem Lohnkürzungen, zum Beispiel im öffentlichen Dienst und beim Mindestlohn, allgemeine Haushaltskürzungen und die Erhöhung der Mehrwertsteuer.
de.wikipedia.org
Nach den Lohnkürzungen litten die Arbeiter groß unter dieser Konstellation, weil die Mietzinsen und Produktpreise dieselben blieben.
de.wikipedia.org
Die Einführung dieser neuen Technik wurde von den Arbeitern als Konkurrenz angesehen und für die Lohnkürzungen mitverantwortlich gemacht.
de.wikipedia.org
Letzteres ermöglichte, Abkommen mit den Gewerkschaften zu schließen, die zuvor Sanierungsmaßnahmen, die mit Arbeitsplatzabbau und Lohnkürzungen verbunden waren, durch häufige und lange Streiks erschwert hatten.
de.wikipedia.org