Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

umstrukturiert
partial

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

part|ial (partiale) <αρσ πλ partiaux> [paʀsjal, o] ΕΠΊΘ

partial personne, public, jugement:

partial (partiale)
biased βρετ (envers toward, towards βρετ, against)
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
prejudiced judge, jury
prejudiced judgment, account
unbalanced reporting
partial judgment, attitude
one-sided account
biased decision, judge, opinion
sélectionner [qc] de manière partiale (against afin de défavoriser, for afin de favoriser)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

partial(e) <-aux> [paʀsjal, jo] ΕΠΊΘ

partial(e) juge
partial(e) critique
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
one-sided view of things
prejudiced witness
unbalanced attitude, report
biased judge
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

partial(e) <-aux> [paʀsjal, -jo] ΕΠΊΘ

partial(e) juge
partial(e) critique
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
prejudiced witness
biased judge
one-sided view of things
unbalanced attitude, report

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il s'agit d'un petit échantillon de la vie du passé, déformée et partiale.
fr.wikipedia.org
Il était considéré comme un intendant sans égards et un propriétaire foncier qui traitait ses vassaux de manière partiale et sans estime.
fr.wikipedia.org

Αναζήτηση "partiale" σε άλλες γλώσσες