Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
-
- illimité
-
- illimité
- unbridled power
- illimité
- unrestricted access, power
- illimité
- indefinite period, delay, curfew, strike
- illimité
- infinite wealth
- illimité
-
- kilométrage illimité
στο λεξικό PONS
illimité(e) [i(l)limite] ΕΠΊΘ
1. illimité (sans bornes):
2. illimité (indéterminé):
- illimité(e) durée, congé
-
illimité(e) [i(l)limite] ΕΠΊΘ
1. illimité (sans bornes):
2. illimité (indéterminé):
- illimité(e) durée, congé
-
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.