Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

javoue
in disordine

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

I. dishevelled, disheveled [βρετ dɪˈʃɛv(ə)ld, αμερικ dəˈʃɛvəld] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ

dishevelled → dishevel

II. dishevelled, disheveled [βρετ dɪˈʃɛv(ə)ld, αμερικ dəˈʃɛvəld] ΕΠΊΘ

dishevelled clothes

dishevel <forma in -ing ecc. dishevelling, dishevelled, disheveling, disheveled αμερικ> [βρετ dɪˈʃɛvl, αμερικ dəˈʃɛv(ə)l] ΡΉΜΑ μεταβ

dishevel clothes

dishevel <forma in -ing ecc. dishevelling, dishevelled, disheveling, disheveled αμερικ> [βρετ dɪˈʃɛvl, αμερικ dəˈʃɛv(ə)l] ΡΉΜΑ μεταβ

dishevel clothes
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
disheveled αμερικ
scarmigliarsi capelli:
to get disheveled αμερικ
to get disheveled αμερικ
disheveled αμερικ
arruffare vento:

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

disheveled ΕΠΊΘ, dishevelled [dɪ·ˈʃe·vəld] ΕΠΊΘ

disheveled
with disheveled hair
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
disheveled
disheveled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

with disheveled hair

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Dirty, disheveled hair is a sign of insanity.
en.wikipedia.org
But the littlest girl held the disheveled dog on her shoulder, where he promptly fell asleep.
en.wikipedia.org
Synonymous with haggard, disheveled, run down, pathetic and sloppy.
en.wikipedia.org
The queue meanders to the west of the hotel entrance, past disheveled and crumbling statuary and a vine-covered pavilion.
en.wikipedia.org
Wet suit encased surfers running their hands through disheveled bedheads as they scanned the horizon dragged their boards into the gentle lapping swell.
www.sandiegoreader.com