Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Malta
presunzione

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

conceit [βρετ kənˈsiːt, αμερικ kənˈsit] ΟΥΣ

1. conceit (vanity):

conceit
vanità θηλ
conceit

2. conceit (affectation):

conceit

3. conceit (literary figure):

conceit
concetto αρσ
deflate conceit
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
conceit
conceit
conceit
conceit
conceit

στο λεξικό PONS

conceit [kən·ˈsi:t] ΟΥΣ

1. conceit (vanity):

conceit
to be full of conceit

2. conceit λογοτεχνικό (elaborate comparison):

conceit
concetto αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It's an interesting conceit, but sadly it fails.
en.wikipedia.org
The conceit was equally witty, and also worked to advance the poets understanding of himself, derived not from ideal principles but from observation and intuition.
en.wikipedia.org
All novelty rests in the conceit of computer authorship, not in the story itself.
en.wikipedia.org
The poetry depends on extended, sometimes elaborate metaphors and conceits, and the language is often rhetoricalwritten for actors to declaim rather than speak.
en.wikipedia.org
It's not like the show's original conceit doesn't make sense anymore.
en.wikipedia.org