Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

graces
minifundio

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

smallholding [αμερικ ˈsmɔlhoʊldɪŋ, βρετ ˈsmɔːlhəʊldɪŋ] ΟΥΣ βρετ

smallholding
smallholding
parcela θηλ
smallholding
chacra θηλ CSur Περού
smallholding ΟΙΚΟΝ, ΠΟΛΙΤ
minifundio αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
smallholding
rentero (rentera)
tenant farmer (of a smallholding)
smallholding βρετ
smallholding βρετ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

smallholding ΟΥΣ βρετ

smallholding
minifundio αρσ
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
smallholding
smallholding
smallholding
στο λεξικό PONS
smallholding

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Like his brothers and sisters, he also had to work on the family smallholding.
en.wikipedia.org
It proved immediately popular with those, both inside and outside the parish, who wanted to create a new home or a smallholding.
en.wikipedia.org
Rather, the term is used to refer to a number of different crimes committed against persons specifically on commercial farms or smallholdings.
en.wikipedia.org
Part of the estate was divided up into smallholdings.
en.wikipedia.org
They campaigned for radical changes in land and labour laws, in particular the granting of smallholdings to rural labourers.
en.wikipedia.org