Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lotiti
implacable

Oxford Spanish Dictionary

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

relentless [αμερικ rəˈlɛn(t)ləs, βρετ rɪˈlɛntləs] ΕΠΊΘ

relentless enemy/pursuer
relentless pursuit
relentless pursuit
relentless criticism
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
implacable avance/lucha
relentless
the relentless midday sun
relentless pursuit
she works at a relentless pace

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

relentless [rɪˈlentləs] ΕΠΊΘ

relentless pursuit, opposition
relentless pressure
relentless criticism
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
relentless
relentless pursuit
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
ισπανικά
ισπανικά

relentless [rɪ·ˈlent·lɪs] ΕΠΊΘ

relentless pursuit, opposition
relentless pressure
relentless criticism
ισπανικά
ισπανικά
αγγλικά
αγγλικά
relentless
relentless pursuit

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Demanding, relentless and venomous in a 2001 article.
en.wikipedia.org
Leading many missions and carefully planning them to minimize loss of life, he was known for his hard work and relentless planning.
en.wikipedia.org
It aims at achieving material prosperity and attaining spiritual progress through relentless efforts, on the basis of circumstances as they stand.
en.wikipedia.org
During his career, he was noted for being effective against the run and a relentless pass-rusher.
en.wikipedia.org
He brought upon relentless rain and thunder resulting into floods and disaster.
en.wikipedia.org