Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

ASAP
cola cortada

Oxford Spanish Dictionary

I. bobtail [αμερικ ˈbɑbˌteɪl, βρετ ˈbɒbteɪl] ΟΥΣ

1. bobtail (docked tail):

bobtail
cola θηλ cortada

2. bobtail (animal):

bobtail

II. bobtail [αμερικ ˈbɑbˌteɪl, βρετ ˈbɒbteɪl] ΕΠΊΘ a. bobtailed [ˈbɑːbteɪld, ˈbɒbteɪld]

bobtail
bobtail

στο λεξικό PONS

bobtail [ˈbɒbteɪl, αμερικ ˈbɑ:b-] ΟΥΣ

1. bobtail (docked tail):

bobtail
cola θηλ cortada

2. bobtail (animal):

bobtail
στο λεξικό PONS

bobtail [ˈbab·teɪl] ΟΥΣ

1. bobtail (docked tail):

bobtail
cola θηλ cortada

2. bobtail (animal):

bobtail

ragtag and bobtail ΟΥΣ

ragtag and bobtail
chusma θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

These bobtail units weighed 52000lbt 1 less than a regular unit.
en.wikipedia.org
Natural bobtails are known to occur.
en.wikipedia.org
The bobtail and swordtip squid are distantly related species, and one of five genera known to have bioluminescent organs called photophores, which contain light-emitting bacteria.
www.natureworldnews.com
In the bobtail's case, the bacteria produces the enzyme luciferas.
www.wired.co.uk
In many cities, streetcars drawn by a single animal were known as bobtail streetcars whether mule-drawn or horse-drawn.
en.wikipedia.org