Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lhistorien
Turnhose

στο λεξικό PONS

ˈgym shorts ΟΥΣ πλ

Turnhose θηλ <-, -n>
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

shorts [ʃɔ:ts, αμερικ ʃɔ:rts] ΟΥΣ pl

1. shorts (short trousers):

2. shorts αμερικ (underpants):

Unterhose θηλ

3. shorts αμερικ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

gym1 [ʤɪm] ΟΥΣ

gym συντομογραφία: gymnastics

Turnen ουδ <-s> kein pl

gym·nas·tics [ʤɪmˈnæstɪks] ΟΥΣ πλ

Turnen ουδ <-s> kein pl
Gehirnakrobatik θηλ <-> kein pl χιουμ

gym2 [ʤɪm] ΟΥΣ

gym συντομογραφία: gymnasium

Turnhalle θηλ <-, -n>

gym·na·sium <pl -s [or -sia]> [ʤɪmˈneɪziəm, pl -ziə] ΟΥΣ

Turnhalle θηλ <-, -n>
Sporthalle θηλ <-, -n>

gym3 [ʤɪm] ΟΥΣ no pl αμερικ

gym (physical education) συντομογραφία: gymnastics

[Schul]sport αρσ

gym·nas·tics [ʤɪmˈnæstɪks] ΟΥΣ πλ

Turnen ουδ <-s> kein pl
Gehirnakrobatik θηλ <-> kein pl χιουμ
Καταχώριση OpenDict

gym ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

shorts ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Kurzläufer αρσ πλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Like gym shorts, they often feature a cord to be tied around the waist at the front.
en.wikipedia.org
Shorter cut gym shorts appear to be slowly returning to popularity for those that favor function over fashion.
en.wikipedia.org
Other types of garment are commonly worn for sleeping, but not exclusively so, including t-shirts, tank tops, sweatpants and gym shorts as well as underwear with no outer garment.
en.wikipedia.org
A pair of boy's white gym shorts and a lone plimsoll lie muddied and abandoned on the ground.
www.telegraph.co.uk
In gym shorts or jeans, some piled onto a black leather couch.
www.nj.com

Αναζήτηση "gym shorts" σε άλλες γλώσσες