Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „τιτλοφορώ“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

τιτλοφορ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [titlɔfɔˈrɔ] VERB μεταβ

1. τιτλοφορώ (απονέμω τίτλο):

τιτλοφορώ κάποιον

2. τιτλοφορώ (ονομάζω):

τιτλοφορώ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский