Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „παραλογισμός“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

παραλογισμός [paralɔjizˈmɔs] SUBST αρσ (σκέψη, πράξη)

παραλογισμός
Absurdität θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский