Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „ομολογιούχος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

ομολογιούχ|ος (-α) [ɔmɔlɔjiˈux|ɔs, -a] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)

ομολογιούχος (-α)
Obligationsinhaber(in) αρσ (θηλ)

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский