Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „λουφάζω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

λουφά|ζω <-ξα> [luˈfazɔ] VERB αμετάβ (μαζεύομαι)

λουφάζω

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский