Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „κορυφώνω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . κορυφώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [kɔriˈfɔnɔ] VERB μεταβ

κορυφώνω

II . κορυφώνομαι VERB αυτοπ ρήμα

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский